Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Στέφανος Αθ. Οικονόμου (1920-1980)

oikonomouΑπό την ιστορία της επαναστατικής πάλης των ελλήνων κομμουνιστών σταλινιστών-ζαχαριαδικών ενάντια στον αντεπαναστατικό χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό

Ο ποιητής της εξορίας, Βόρειο Καζαχστάν (1962-1975)

Ανάμεσα στους επαναστάτες λαϊκούς αγωνιστές που με τη δράση τους πάλεψαν απ' τι γραμμές του ΕΛΑΣ ενάντια στους φασίστες καταχτητές και του ΔΣΕ ενάντια στο ντόπιο μοναρχοφασισμό και τον αγγλο-αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και στη συνέχεια ενάντια στη χρουστσοφική επέμβαση (1955-56) στο ΚΚΕ ήταν ο κομμουνιστής Στέφανος Αθ. Οικονόμου.

Ο Στέφανος Αθ. Οικονόμου γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1920 στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του διατηρούσε φούρνο στην πόλη. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές συνέχισε στο γαλλικό Κολέγιο της Θεσσαλονίκης, στο οποίο σπούδασε γαλλική Φιλολογία. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας ήταν έφεδρος αξιωματικός του Πυροβολικού.

Την περίοδο της κατοχής της χώρας μας (1941-1944) πήρε μέρος στην Αντίσταση του λαού μας κατά των καταχτητών (λοχαγός του ΕΛΑΣ). Την ίδια περίοδο γίνεται και μέλος του ΚΚΕ.

Μετά την προδοτική συμφωνία της Βάρκιζας βρέθηκε στο Μπούλκες ως τον Ιούνη του 1946, που επέστρεψε στην Ελλάδα και εντάχθηκε στο ΔΣΕ, αναδείχθηκε σε λοχαγό του πυροβολικού και απ' τις γραμμές του πολέμησε ως το Σεπτέμβρη του '49 τη ντόπια μοναρχοφασιστική αντίδραση, όργανο των ξένων ιμπεριαλιστών.

Με την υποχώρηση του ΔΣΕ πέρασε, τον Οκτώβρη του 1949, στην Λ.Σ.Δ. Αλβανίας και από στην Τασκένδη της ΕΣΣΔ.

Το 1951-52 φοίτησε στην ανώτατη σχολή αξιωματικών στη Φεργκανά. Το 1953-54 δούλευε σε εργοστάσιο μηχανών στην Τασκένδη. Από το 1954 ως το 1962 ήταν στην καθοδήγηση (ινστρούκτορας) της Κομματικής Επιτροπής Τασκένδης, μέλος της ΚΕ της ΚΟ της 13ης Πολιτείας.

Μετά το 20ο αντεπαναστατικό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (Φλεβάρης 1956) και τη χρουστσοφική πραξικοπηματική παρασυναγωγή που ονομάστηκε  «6η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ» (Μάρτης 1956) τάσσεται ενάντια στην αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατική γραμμή τους («ειρηνικός δρόμος», κλπ.), υπερασπίζει το μαρξισμό-λενινισμό-σταλινισμό και την επαναστατική γραμμή του ΚΚΕ με επικεφαλής το μεγάλο και αλύγιστο μπολσεβίκο κομμουνιστή ηγέτη Νίκο Ζαχαριάδη, μ' αποτέλεσμα να διωχθεί. Τον Οκτώβρη του 1962 μαζί με άλλους 36 συντρόφους στέλνεται εξορία στο Βόρειο Καζακστάν:

«Η κουκουέδικη κολλεχτίβα της Τασκέντης ξεπροβόδισε με συγκινητικές εκδηλώσεις τους πολυαγαπημένους συντρόφους μας, στελέχη της κομματικής μας οργάνωσης. Παρά το ότι το τραίνο για τον τόπο της εξορίας έφυγε αργά τη νύχτα -μεσάνυχτα- ένα μεγάλο μέρος των συντρόφων μας δούλευε στα εργοστάσια και στις φάμπρικες την ώρα αυτή, παρά το κλίμα της φοβίας που προσπάθησαν να δημιουργήσουν για επιβολή νέων μέτρων και διάφορες απειλές σ' αυτούς που θα ξεπροβόδιζαν τους εξόριστους, στο σιδηροδρομικό σταθμό κατέβηκαν χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά, για να τους ξεπροβοδίσουν, για να εκδηλώσουν τη θερμή και ολόπλευρη συμπαράστασή τους και να τους διαβεβαιώσουν ότι θα συνεχίσουν την πάλη τους με μεγαλύτερη αδιαλλαξία, υπομονή και σταθερότητα για το σάρωμα των διορισμένων αναθεωρητών από την καθοδήγηση του ΚΚΕ, για την αναστήλωση του ηρωικού μας κόμματος, για τι θρίαμβο του μαρξισμού-λενινισμού». («Η τραγωδία των Ελλήνων αγωνιστών της Τασκένδης», 1965).

Ο Στέφανος Αθ. Οικονόμου έμεινε 13 χρόνια στην εξορία (1962-1975), στην αρχή στάλθηκε στο Κουργκαλτζίνο στο Βόρειο Καζακστάν (1962-1963). όπου αρρώστησε από έμφραγμα και νοσηλεύτηκε στο Τσελινογκράντ.

Μετά το τέλος της νοσηλείας του ήταν άνεργος και τον κυνηγούσαν να τον στείλουν πάλι στο Κουργκαλτζίνο. Αρνήθηκε την επιστροφή του και τον υποχρέωσαν να δίνει το παρών δυο φορές την εβδομάδα στο αστυνομικό τμήμα του Τσελινογκράντ. Στη συνέχεια αρνήθηκε την «υποχρέωση» του αυτή και περνούσε κατά διαστήματα από το αστυνομικό τμήμα της πόλης, αλλά κάθε 15 μέρες αστυνομικός περνούσε από το σπίτι του για έλεγχο, καθώς και να καταγράφει την συμπεριφορά του ως τον Ιούνη του 1975 που έφυγε απ' το Τσελινογκράντ για την Τασκένδη.

Το 1964 στον τόπο της εξορίας του εγκαταστάθηκε και η γυναίκα του Κατερίνα με τα δυο τους παιδιά.

Επαναπατρίστηκε στις 17 Νοέμβρη του 1976 και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Πέθανε την 1.8.1980 στη Θεσσαλονίκη από κύρωση του ύπατος.

Σε όλη τη διάρκεια της εξορίας του δεν σταμάτησε να αγωνίζεται ενάντια στον χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό και στους διορισμένους δεξιούς οπορτουνιστές στο «Κ»ΚΕ και να επικοινωνεί με τους συντρόφους του στην Τασκένδη για τη νέα κατάσταση και τα προβλήματα που προέκυψαν στο ΚΚΕ με την 6η πραξικοπηματική Ολομέλεια και τη διάλυσή του.

Παράλληλα δεν σταμάτησε να γράφει ποιήματα και διηγήματα για την περίοδο του αγώνα του ΕΑΜ, του ΔΣΕ αλλά και τη νέα κατάσταση των αντεπαναστατικών φασιστικών διωγμών που υπέστησαν οι χιλιάδες έλληνες κομμουνιστές σταλινιστές-ζαχαριαδικοί, αυτοί οι ηρωικοί και ανυπόταχτοι αετοί του Γράμμου, από τους σοβιετικούς χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές με την άμεση υπόδειξη των ελλήνων αναθεωρητών, Κολιγιάννη, Δημητρίου, Τζεφρόνη, Στρίγκου, Τσολάκη, κλπ. για να υποστείλουν τη σημαία της προλεταριακής επανάστασης, να εγκαταλείψουν και προδώσουν την επαναστατική κοσμοθεωρία των Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν και να υποταχθούν στη σοσιαλδημοκρατική γραμμή τωνχρουστσοφικών ρεβζιονιστών ηγετών.

Πολλά από τα ποιήματά του τα έστειλε παράνομα σε συντρόφους της Τασκένδης και από έφταναν σε συντρόφους των πρώην Λ.Σ. Δημοκρατιών. τα οποία κυκλοφορούσαν χειρόγραφα ανάμεσά τους κρυφά χέρ-χέρι.

Μερικά από αυτά δημοσιεύτηκαν μετά την μεταπολίτευση στην Ελλάδα, όπως το «Θέλω να πεθάνω έτσι απλά» (εφημερίδα «Ο Σπουδαστικός Κόσμος» φύλλο 10, 23.3.1976, Αθήνα), «Το Κόμμα το τιμούν», «Δεσμώτες» και «Σύντροφοι μπροστά» («Η Φωνή της Αλήθειας», φύλλο 32/1995).

Ακολουθεί παρουσίαση ποιημάτων του Στέφανου Αθ. Οικονόμου, στα οποία η θέληση και η πίστη του στον επαναστατικό αγώνα είναι κυρίαρχη και ζωντανή.

Τρέχει η σκέψη

Τρέχει η σκέψη γοργά μακρυά,
στη μνήμη έρχετ' εκείν, η βραδιά
«στο καλό, κρατείστε το κεφάλι ψηλά
μια είμαστε καρδιά, σφιχτά τη γροθιά»

Τρέχει η σκέψη γοργά, φτερωτά
εκεί στους συντρόφους που ζουν μακρυά
η πίστη στη Νίκη μας δίνει φτερά
χιλιάδες θελήσεις είν' μια καρδιά

Πέρασε χρόνος στη σκληρή μοναξιά
κι η σκέψη πάντα τους φέρνει κοντά
παλεύουν μαζί τους στην ίδια σειρά
ορθός όπως πάντα μ' υψωμένη γροθιά.

Τρέχει η σκέψη γοργά μακρυά,
αξέχαστη μένει εκείν' η βραδιά
για πάντα ενωμένοι, εμπρός! Λευτεριά!
Ας μένει στη σκέψη, εκείνη η βραδιά!

Οχτώβρης 1963

Εμπρός στον Αγώνα

Ασημένιες του ήλιου αχτίνες φανήκαν
κι' οι λαοί μας τις δεχτήκαν
καινούργια μέρα, νέα πνοή
νέα ταμπούρια, νέα ορμή.

Με τραγούδι «εμπρός στον Αγώνα»
ορμούν οι φάλαγγες πυκνές
με σημαία την πίστη κι' αλήθεια
προχωρούν μαχητές-νικητές.

Σαρώνοντας θρόνους και νόμους
ενωμένοι τραβάμε μπροστά
ανδρειωμένοι, με πίστη και φλόγα
νέα στεργιώνουμε λευτεριά.

Με τραγούδι «εμπρός στον Αγώνα»
το Κόμμα προστάζει - τιμή!
Τις κόκκινες σημαίες πάλης ανοίξτε:
κάντε τη νίκη λαμπρή φωτεινή

Δεκέμβρης 1964

Νοσταλγία

Γαλανός της πατρίδας ο ουρανός
στεφάνι χρυσό του λαού μας
στη λάμψη του ήλιου φαντάζει λαμπρός
στη σκέψη μας μένει αγνός-καθαρός.

Το κάθε σπιτάκι, στη μνήμη
νοσταλγία μας φέρνει γλυκειά.
Λάμπει η ελπίδα στα μάτια
πατρίδα σε σένα θα 'ρθούμε ξανά.

Βουνά, πηγές και λαγκάδια
αγριολούλουδα μυρτιές-ευωδιές
δάση-πεύκα, λευκάδια
στολίδια - Ελληνικές ομορφιές.

Στο κάθε μας ξύπνημα
όνειρο ζωντανό η Ελλάδα
όμορφη αξέχαστη, ποθητή
σαν του ήλιου τη λαμπρή του λαού μας παλλάδα

Σεπτέμβρης 1964

Προσμονή

Προσμέν' η Μάνα, η γυναίκα, η αδελφή,
προσμένει η κόρη, το παιδί.
Προσμέν' η κολλεχτίβα στην πάλη πιστή
Όλ' ενωμένοι για πάντα μαζί.

Τους ξεπροβόδισαν με μια ευχή
να 'ναι πάντα καλά, γεροί.
Τους ξεπροβόδισαν με μια εντολή
«κρατείστε, το κόμμα τιμείστε, σταθείτε ορθοί»!

Οι γροθιές που υψώθηκαν
τη βραδυά του διωγμού
ήτανε όρκος, γενήκαν ορμή
το ψέμα νικήσαν, έγιναν πάλη, τιμή.

Προσμένει η Μάνα, η γυναίκα, η αδελφή
αξίζει σ' αυτούς περισσή η τιμή
πειθαρχημένοι - δοσμένοι στο κόμμα
έκαναν  - πάλη την προσμονή.

Δεκέμβρης 1964

Σύντροφοι μπροστά

Ψηλά τις σημαίες! Εμπρός προχωρείτε!
Στον αγώνα με θέρμη και πίστη ριχτείτε.
Εμείς προχωρούμε, να η νίκη μπροστά,
αδέλφια ορθωθείτε, ενωμένοι σφιχτά!

Μέχρι τότε που θάναι σκοτάδι
η πάλη θα 'ναι σκληρή δυνατή,
γίγαντες πάντα στη μάχη ορθοί
προχωρείτε, παλέψτε, την αλήθεια κάντε ορμή.

Εμπρός σύντροφοι! Πάντα μπροστά
η νίκη είν' δική μας, είναι μπροστά
δυναμώνουν τα σύννεφα, φλογίζ' η καρδιά,
μπροστά προχωρούμε μ' υψωμένη γροθιά.

Στην τίμια φάλαγγα πάντα μπροστά
μόνο η πάλη μας δίνει φτερά
τα χέρια ενώστε, σπάτε δεσμά
ψηλά τις σημαίες, Σύντροφοι μπροστά!

Φλεβάρης 1965

Ο επαναστάτης κομμουνιστής σύντροφος Στέφανος Αθ. Οικονόμου, του οποίου τα ποιήματα παρουσιάζουμε εδώ, δεν έχει καμία σχέση με τον Στέφανο Οικονόμου που ακολούθησε τους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές του «Κ»ΚΕ. Πρόκειται για συνωνυμία.

Αρ. Φύλ. 127 1-15 Φλεβάρη 2002

***

Το κόμμα το τιμούν

Σιγά σταμάτησε το τραίνο
και πέταξε η σκέψη μακρυά
εκεί κοντά στην κολλεχτίβα
εκεί πουν’ όλοι μια καρδιά.

Στο βαγόνι το σημαδεμένο
ρίχτηκαν μάτια εχθρικά
κουνιούνται χέρια γαντωμένα
διαταγή παντού σκοπιά.

Βγαίνουν αγωνιστές απ’ την κλούβα
σε ξένο τόπο μακρυνό
τίμιοι, καθάριοι σαν μπιρλάντια
σαν φως σκούρο δειλινό.

Φυσάει αέρας δυνατός
στα πρόσωπα παγώνει ο αχνός
το χιόνι πέφτει σπυρωτό
χειμώνας, κρύο, φοβερό.

Πλησίασαν κοντά ρωτούν
τα θύματά τους για να δουν
κι’ αντίκρυσαν στην ερημιά
ενός λαού τη λεβεντιά.

Δειλιάσαν στου λαού τους την οργή,
κι’ απ’ τον διάδρομο τον σκοτεινό
τον κρύο τον υπόγειο
τους μάζεψαν σε μια γωνιά απόμερη μικρή.

Βιαστήκαν να τους στείλουν μακρυά
στην στέπα τον καθένα χωριστά
για νάχουν μόνο συντροφιά
θύελλες, αγέρηδες, χιόνια, παγωνιά.

Θελήσανε με την γροθιά
να πνίξουν την αλήθεια
προσπάθησαν με την ψευτιά
να σβήσουνε το φως.

Νομίσαν πως η εξορία και τα βάσανα
οι φυλακές κι’ η μοναξιά
θα σπάσουν, θα σκοτώσουν
την όμορφη κ’ αγωνιστική καρδιά.

Πέρασαν χρόνια
δύσκολα, σκληρά
κι’ η απέραντη στέπα
έγινε πάλη – χαράκωμα.

Αντιστέκονται οι δεσμώτες
στην αλήθεια πιστοί
ενωμένοι σαν ένας
προχωρούν με τιμή.

Προς τον ήλιο κοιτούν
συντροφιά τον καλούν
τη ζωή αψηφούν
και το Κόμμα τιμούν.

Και λυγίσαν οι αγέρηδες
και οι παγωνιές
στ’ αγωνιστή την αντοχή
κι’ έγιναν θέληση, αντίσταση γενήκανε ορμή.

Εξορία Φλεβάρης 1966, Σιβηρία

Ποίημα του εξόριστου στη Σιβηρία Στεφάνου Αθ. Οικονόμου, λοχαγού πυροβολικού του ΔΣΕ, μέλος της ΚΕ της ΚΟ της 13ης Πολιτείας, που δίνει το εχθρικό κλίμα μεταφοράς των ελλήνων κομμουνιστών στους τόπους εξορίας της Σιβηρίας και την περήφανη επαναστατική τους δράση.

Αρ. Φύλ. 212 15-30 Σεπτέμβρη 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια: