Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Δύο βήματα πίσω: Ο τρεϊντγιουνιονισμός στον 21ο αιώνα

του Χαβιέρ Π. Γκαλίντο
 
Ο οικονομισμός ή τρεϊντγιουνιονισμός ήταν ένα ρεύμα εντός του θεωρητικού μαρξισμού στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, όταν ακόμα η σοσιαλιστική επανάσταση φαινόταν ότι αποτελεί μία απραγματοποίητη ουτοπία, ο οποίος βασιζόταν στο να προσανατολίζει τη δράση προς τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών της εργατικής τάξης. Έτσι, οι κύριοι αγώνες του είχαν να κάνουν με το επίπεδο των μισθών, τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης.. Σε αυτό το ρεύμα άμεσα επιτέθηκε ο Λένιν, ανάμεσα σε άλλους, αναπροσανατολίζοντας τους αγωνιστές προς θέσεις επαναστατικές, οι οποίες περιλάμβαναν το θέμα των υλικών συνθηκών, όμως τις συνέδεαν με την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας από πλευράς εργατικής τάξης. 

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο τρεϊντγιουνιονισμός παρέμεινε αποκλειστικά εντός συνδικαλιστικού πλαισίου, πλήρως διαχωρισμένος από τη δουλειά των πολιτικών κομμάτων, κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου 20ού αιώνα. Ωστόσο, η παρακμή του συνδικαλισμού, η εγκατάλειψη των επαναστατικών θέσεων από μεγάλο τμήμα του στρατοπέδου της αριστεράς, και η εξαφάνιση των ιστορικών αναφορών, πέτυχαν να γυρίσουν προς τα πίσω την πολιτική επικαιρότητα, στα παλιά χαρακώματα του τρεϊντγιουνιονισμού, μέσα από τα νέα κύματα του πολιτικού ακτιβισμού του 21ου αιώνα.

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της λεγόμενης “νέας πολιτικής” είναι η αδιαμφισβήτητη σύνδεσή της με την οικονομική κατάσταση που την έθεσε σε κίνηση. Η μεγάλη κρίση του 2008 χρησιμοποιήθηκε για να χτυπήσει τις κατακτήσεις που η εργατική τάξη με μεγάλη δουλειά είχε πετύχει κατά την προηγούμενη φάση, ενώ τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα έχαναν μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας τους, αποδεικνυόμενα ανίκανα να αποτρέψουν την οιονομική κατάρρευση. Με αυτά τα δεδομένα, εκείνοι που επιθυμούσαν να δημιουργήσουν τις νέες εναλλακτικές πολιτικές, δύσκολα μπορούσαν να αποφύγουν να κάνουν σημαία τους τις οικονομικές διεκδικήσεις. Επανέλαβαν, έτσι, τα λάθη ενάντια στα οποία ο Λένιν ήδη μαχόταν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν ο μαρξισμός οριζόταν ακόμα ως σοσιαλδημοκρατία.
Η σοσιαλδημοκρατία καθοδηγεί τον αγώνα της εργατικής τάξης όχι μόνο για να πετύχει πιο ευνοϊκούς όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, αλλά και για την κατάργηση του κοινωνικού καθεστώτος που αναγκάζει τους άπορους να πουλιούνται στους πλούσιους. Η σοσιαλδημοκρατία δεν αντιπροσωπεύει την εργατική τάξη στις σχέσεις της μόνο προς μια ορισμένη ομάδα εργοδοτών, αλλά και στις σχέσεις της προς όλες τις τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας, στις σχέσεις της προς το κράτος σαν οργανωμένη πολιτική δύναμη. Γι’ αυτό είναι ευνόητο ότι οι σοσιαλδημοκράτες, όχι μόνο δεν μπορούν να περιορίζονται στην οικονομική πάλη, αλλά και δεν μπορούν να δεχτούν η οργάνωση οικονομικών αποκαλύψεων να αποτελεί την κύρια δράση τους. Πρέπει να καταπιαστούμε δραστήρια με την πολιτική διαπαιδαγώγηση της εργατικής τάξης, με την ανάπτυξη της πολιτικής της συνείδησης.”(Λένιν, Τι Να Κάνουμε, 1902).

Οι υποστηρικτές του “οικονομισμού” υποστήριζαν τότε μία κοινωνική ζύμωση βασισμένη στις οικονομικές συνθήκες των εργαζομένων, η οποία θα προσανατολιζόταν στη βαθμιαία βελτίωση αυτών των συνθηκών μέσα από απεργίες και κινητοποιήσεις. Αντίθετα, ο Λένιν και άλλοι υποστήριζαν μία πολιτική ζύμωση που να προσανατολιζόταν στο να δημιουργήσει ταξική συνείδηση, η οποία θα ήταν ικανή να ξεσηκώσει τους εργαζόμενους ενάντια στις συνθήκες που ο καπιταλισμός επέβαλλε, μέχρι του σημείου να τις εξαλείψει και να τις αντικαταστήσει από άλλες που θα δημιουργούσαν οι εργαζόμενοι από μόνοι τους.
Περιέργως, σήμερα, οι διεκδικήσεις που διατυπώνουν πολλοί ακτιβιστές της αριστεράς για “μετασχηματισμό”, ουσιαστικά θεσμικό, επικεντρώνονται στην πάλη για να επιτευχθούν “επωφελείς συνθήκες πώλησης της εργατικής δύναμης”, όπως αυξημένοι μισθοί, καλύτερες εργάσιμες ημέρες, μείωση των φόρων, και μία σειρά μέτρων που περισσότερο είναι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις παρά πολιτικές. Και όλα αυτά, χωρίς μια γενική αμφιβήτηση του οικονομικού καθεστώτος στο σύνολό του. Κάτι τέτοιο δεν είναι παρά ο παλιός τρεϊντγιουνιονισμός που αναβίωσε για να προκαλέσει έναν γενικευμένο πολιτικό αποπροσανατολισμό.
Η τμηματοποίηση του αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση, η οποία χωρίζει τη φτώχεια σε διάφορους τύπους, ανάλογα με το βασικό εισόδημα, με το οποίο οι εργαζόμενοι πρέπει να μη συμβιβαστούν, ώστε να επιβιώσουν, ή η διεκδίκηση ενός εγγυημένου λεγόμενου “εισοδήματος του πολίτη”, χωρίς να αμφισβητούνται τα αίτια που προκαλούν το πρόβλημα, αλλά να περιοριοριζόμαστε αποκλειστικά σε μία οικονομική διεκδίκηση που να παλεύει για την άμβλυνση των ανισοτήτων οι οποίες είναι έμφυτες στο καπιταλιστικό σύστημα, σήμερα είναι σημαία του προοδευτικού πολιτικού ακτιβισμού. Ο μετριασμός των άγριων αντιθέσεων του καπιταλισμού δεν οδηγεί στη διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου στην επαναστατική σχολή, αλλά στην τελειοποίηση της καπιταλιστικής δομής, για την καλύτερη λειτουργία της.

Σε σχέση με αυτό, ο Λένιν στο ίδιο βιβλίο έγραφε τα ακόλουθα:

Στην πραγματικότητα, το “ανέβασμα της δραστηριότητας της μάζας των εργατών” μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον όρο ότι δε θα περιοριζόμαστε στην “πολιτική ζύμωση σε οικονομικό έδαφος”. Κι ένας από τους βασικούς όρους για την αναγκαία επέκταση της πολιτικής ζύμωσης είναι η οργάνωση ολόπλευρων πολιτικών αποκαλύψεων.
Το να γενικεύουμε τις καταγγελίες, το να παίρνουμε ενεργό μέρος σε αυτές ακόμα κι αν δεν αφορούν πρωταρχικά στοιχεία της καθημερινής μας ζωής, το να κατανοούμε ότι όλες οι ανισότητες που συναντούμε προκύπτουν από την ίδια πηγή, είναι η “συνταγή” που ο Λένιν έδινε στις αρχές του περασμένου αιώνα, για να δημιουργήσει μια ταξική συνείδηση χωρίς σύνορα.
Δυστυχώς, αυτό που το 1903 αποτελούσε θέμα εσωτερικής συζήτησης για τους μαρξιστές και που κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα είχε σε μεγάλο βαθμό ξεπεραστεί, στις αρχές του 21ου αιώνα φαίνεται να έχει επιστρέψει δυναμικά όχι μόνο ως συζήτηση ακαδημαϊκή, αλλά ως μοναδική πρακτική μιας αριστερής πολιτικής, στο πλαίσιο ενός κύματος του πιο άγριου καπιταλισμού, ακριβώς όταν οι υλικές συνθήκες του προλεταριάτου θα μπορούσαν να ευνοήσουν την ένταξή του στον επαναστατικό αγώνα.
Το έργο όσων ειλικρινά θεωρούν εαυτόν κληρονόμο των επαναστατών του περασμένου αιώνα περνά μέσα από την επαναφομίωση των διδαγμάτων τους, περνά μέσα από τη διεξαγωγή μιας μάχης με υπομονή αλλά και αδυσώπητης ενάντια σε όσους προσφεύγουν στη βολικότητα του τρεϊντγιουνιονισμού του 21ου αιώνα, ο οποιος είναι τόσο καταστροφικός και προδοτικός όσο και αυτός του 20ού.
Ένας αιώνας νικών μάς περιμένει, αν τον κερδίσουμε.

Δημοσιεύτηκε στον “Οκτώβρη”, όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας (μαρξιστικού – λενινιστικού), φύλλο 102, Μάρτης 2017.

Μετάφραση: parapoda.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: